Άδειες προσωπικού – τι προβλέπεται

Ακολουθεί, προς ενημέρωση των μελών μας, μία παρουσίαση αδειών που δικαιούνται οι εργαζόμενοι, όπως της γονικής άδειας ανατροφής, της σχολικής άδειας γονέων, της άδειας λόγω ασθένειας εξαρτωμένων μελών, του μειωμένου ωραρίου γονέων με ανάπηρα παιδιά, της άδειας τοκετού, της άδειας θηλασμού και φροντίδας παιδιού, της άδειας στις μονογονεϊκές οικογένειες, της άδειας για μεταγγίσεις αίματος και της άδειας λόγω θανάτου συγγενούς.- Eπίσης, ακολουθεί και η απάντηση στο ερώτημα της δυνατότητας λήψης άδειας φροντίδας τέκνου εναλλακτικά από εργαζόμενο πατέρα, με σύζυγο-μητέρα που δεν απασχολείται με σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά είναι ελεύθερη επαγγελματίας

Διευκρινίζουμε ότι τα αναγραφόμενα αφορούν γενικά όλους τους συναδέλφους , και δεν μπαίνουμε σε λεπτομέρειες η ευνοϊκότερες ρυθμίσεις που τυχόν προβλέπονται από επιχειρησιακές συμβάσεις σωματείων μελών μας, άλλες κλαδικές κλπ.

 

___________________________________________________________________

Α. Νομοθετικό πλαίσιο

Ο νόμος 1483/1984«περί προστασίας & διευκολύνσεως των εργαζομένων με οικογενειακές υποχρεώσεις κλπ» έθεσε στο εσωτερικό δίκαιο τη διεθνή σύμβαση 156/81«Για την ισότητα των ευκαιριών και μεταχείρισης εργαζομένων και των δύο φύλων – εργαζόμενοι με οικογενειακές υποχρεώσεις». Στα ζητήματα που αντιμετωπίζονται από το νόμο αυτό έχει προστεθεί το ΠΔ 193/88«επέκταση διατάξεων του ν. 1483/1984 στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ», άλλες νομοθετικές διατάξεις (άρθρο 25 του ν. 2639/98), αλλά και κάποιες εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας που ρυθμίζουν θέματα παρεμφερή προς τα θέματα που περιλαμβάνονται στις διατάξεις του ν. 1483/84.

Οι διατάξεις του ν. 1483/1984 εφαρμόζονται στους εργαζόμενους και των δύο φύλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σχέση έμμισθης εντολής σε επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις (ήδη με το ΠΔ 193/1988 και στο Δημόσιο, ΟΤΑ & στα ΝΠΔΔ), ενώ ρυθμίσεις ευνοϊκότερες περιεχόμενες σε συμφωνίες εργαζομένων-εργοδοτών υπερισχύουν αυτών. (άρθρο 16  του ν. 1483/1984)

Β. Εξαρτώμενα μέλη

Στην έννοια των όρων «εξαρτώμενα παιδιά ή άλλα μέλη της οικογένειας πού έχουν ανάγκη για φροντίδες ή υποστήριξη», που ορίζει ο νόμος, περιλαμβάνονται:

α) Τα μέχρι 16 ετών παιδιά, φυσικά ή υιοθετημένα, εφ’ όσον οι γονείς έχουν την επιμέλειά τους.

β) Τα παιδιά που είναι πάνω από 16 ετών, αλλά έχουν αποδεδειγμένα ανάγκη από ειδικές φροντίδες, για λόγους βαρείας ή χρόνιας ασθένειας ή αναπηρίας, εφ’ όσον οι γονείς έχουν την επιμέλεια τους.

γ) Ο ή Η σύζυγος, εφ’ όσον για λόγους οξείας, βαρείας ή χρόνιας ασθενείας ή αναπηρίας δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί.

δ) Οι γονείς και οι άγαμοι αδελφοί και αδελφές, που για λόγους οξείας, βαρείας ή χρόνιας ασθένειας ή αναπηρίας ή ηλικίας, δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν, εφ’ όσον ο εργαζόμενος έχει τη φροντίδα τους και το ετήσιο εισόδημά τους δεν είναι μεγαλύτερο από το ετήσιο εισόδημα του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη που αμείβεται με το γενικό κατώτατο όριο ημερομισθίου που ισχύει κάθε φορά, υπολογιζόμενο με 25 ημερομίσθια το μήνα (άρθρο 2, Ν. 1483/84).

Κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση σε βάρος των ανωτέρω αναφερομένων μισθωτών, σχετική με την είσοδο τους στην απασχόληση, τη διατήρηση της και την επαγγελ­ματική τους εξέλιξη, απαγορεύεται (άρθρο 4, Ν. 1483/84), Ακόμη, οι οικογενειακές υποχρεώσεις των εργαζομένων, στους οποίους αναφερόμαστε, δεν αποτελούν λόγο καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τους(άρθρο 14, Ν. 1483/84).

Οι εργοδότες, οι οποίοι απασχολούν μισθωτούς που προστατεύουν πρόσωπα των ανωτέρω περιπτώσεων α’ και β’, έχουν υποχρέωση, κατά τον προγραμματισμό του χρόνου χορηγήσεως των ετήσιων άδειων απουσίας του προσωπικού τους, να λαμβάνουν υπ’ όψη τις ανάγκες των μισθωτών της κατηγορίας αυτής (άρθρο 11, Ν. 1483/84).

Γ. Γονική αδεία ανατροφής

Ο γονέας που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω (εργαζόμενος δηλαδή ανεξαρτήτως φύλλου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις) και έχει συμπληρώσει ένα χρόνο εργασίας στον ίδιο εργοδότη, δικαιούται να λάβει γονική άδεια ανατροφής του παιδιού του, στο χρονικό διάστημα από τη λήξη της άδειας μητρότητας, μέχρις ωσότου το παιδί συμπληρώσει ηλικία 3,5 ετών. Η άδεια αυτή είναι χωρίς αποδοχές, η διάρκεια της μπορεί να φθάσει τους 3,5 μήνες για κάθε γονέα και δίνεται από τον εργοδότη, με βάση τη σειρά προτεραιότητας των απασχολούμενων στην επιχείρηση για κάθε ημερολογιακό έτος.

Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας που γίνεται εξ αιτίας της ασκήσεως του δικαιώματος για λήψη γονικής άδειας ανατροφής είναι άκυρη(5 παρ. 1 του ν. 1483/84,  όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του ν. 2639/98)

Το πιο πάνω δικαίωμα το έχουν και οι μισθωτοί που έχουν υιοθετήσει παιδί (παραγρ. 2 άρθρου 5, Ν. 1483/84). Σε περίπτωση ύπαρξης περισσότερων παιδιών, το δικαίωμα των γονέων είναι αυτοτελές για καθένα απ’ αυτά, εφ’ όσον από τη λήξη της άδειας που δόθηκε για το προηγούμενο παιδί μεσολάβησε ένας χρόνος πραγματικής απασχολήσεως στον ίδιο εργοδότη (παραγρ. 3, άρθρου 5, Ν. 1483/84).

Αν και οι δύο γονείς απασχολούνται με τις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν στην αρχή του παρόντος, αποφασίζουν με κοινή συμφωνία κάθε φορά ποιος από τους δύο θα κάνει  πρώτος χρήση του δικαιώματος αυτού και για πόσο χρονικό διάστημα. Σε περίπτωση διάστασης ή διαζυγίου ή χηρείας ή γέννησης τέκνου χωρίς γάμο, τη γονική άδεια και μέχρι έξι μήνες, δικαιούται ο γονέας που έχει την επιμέλεια του παιδιού. (5 παρ. 4 του ν. 1483/84)

Η άδεια λογίζεται επίσης ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του μισθωτού για τον υπολογισμό των αποδοχών του, για τη χορήγηση της κανονικής άδειας απουσίας και του επιδόματος αδείας, καθώς καί για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως σε περίπτωση απολύσεως του (άρθρο 13, Ν. 1483/84)

Μετά τη λήξη της γονικής αδείας ανατροφής, ο εργαζόμενος δικαιούται να επανέλθει στην εργασία του, στην ίδια ή σε παρόμοια θέση, η οποία δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι κατώτερη από αυτήν που είχε πριν λάβει τη γονική άδεια ανατροφής (παραγρ. 5, άρθρου 5, Ν. 1483/84).

Ο μισθωτός γονέας πού λαμβάνει γονική άδεια ανατροφής, έχει κατά το χρονικό διάστημα της απουσίας από την εργασία του, πλήρη ασφαλιστική κάλυψη από τον ασφαλιστικό του φορέα, έχει όμως την υποχρέωση να καταβάλλει ολόκληρη την ασφαλιστική εισφορά, τόσο του εργοδότου όσο και τη δική του, που αντιστοιχεί σε αυτό το διάστημα.

Δ. Αδεια απουσίας για παρακολούθηση της σχολικής επιδόσεως των παιδιών.

Οι εργαζόμενοι που εργάζονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σχέση έμμισθης εντολής σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση και έχουν πλήρη απασχόληση, εφ’όσον έχουν παιδιά ηλικίας μέχρι 16 ετών, τα όποια παρακολουθούν μαθήματα στοιχειώδους ή μέσης εκπαιδεύσεως, δικαιούνται να απουσιάζουν ορισμένες ώρες ή ολόκληρη  την ήμερα  από  την εργασία  τους,  μέχρι  τη  συμπλήρωση  τεσσάρων εργάσιμων ημερών κάθε ημερολογιακό έτος, με άδεια του εργοδότη, για να επισκε-φθούν το σχολείο των παιδιών τους, με σκοπό την παρακολούθηση της σχολικής τους επιδόσεως. Η άδεια απουσίας χορηγείται στον ένα από τους δύο γονείς. Αν και οι δύο γονείς απασχολούνται με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, αποφασίζουν με κοινή συμφωνία, κάθε φορά, ποιος από τους δύο θα κάνει χρήση του δικαιώματος αυτού και για πόσο χρονικό διάστημα που, πάντως, δεν μπορεί συνολικά και για τους δύο γονείς να υπερβαίνει τη διάρκεια των τεσσάρων ημερών (άρθρο 9, Ν. 1483/84) Επειδή η πρωτοβάθμια εκπαίδευση  παρέχεται  στα  νηπιαγωγεία  και στα  δημοτικά σχολεία, την άδεια δικαιούνται και οι μισθωτοί που τα παιδιά τους πηγαίνουν στο νηπιαγωγείο. (έγγρ. Υπ. Εργασίας 588/87).

Προκειμένου για μισθωτούς πού απασχολούνται με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, δικαιούνται να κάνουν χρήση της άδειας και να πάρουν αναλογία της, μέσα στο χρονικό διάστημα για το όποιο ισχύει η σχέση τους. Για παράδειγμα, η άδεια αυτή δεν θα υπερβαίνει συνολικά τη μία ήμερα για όσους έχουν τρίμηνη σχέση εργασίας και τις δύο ήμερες συνολικά για όσους εξάμηνη σχέση εργασίας, (έγγρ. Υπ. Εργασίας 2958/87) Η άδεια δεν αυξάνεται αν ο δικαιούχος έχει δύο ή τρία ή περισσότερα παιδιά(έγγρ. Υπ.Εργασίας 2687/87)

Ο χρόνος απουσίας των μισθωτών από την εργασία τους λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για τον υπολογισμό των αποδοχών τους, για τη χορήγηση της κανονικής άδειας απουσίας και του επιδόματος αδείας, καθώς και για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως σε περίπτωση απολύσεως τους (άρθρο 13, Ν. 1483/ 84). Ο εργοδότης έχει τη δυνατότητα να ζητήσει την προσκόμιση βεβαιώσεως από την οποία να προκύπτει η παρουσία του μισθωτού στα σχολείο την συγκεκριμένη ημερομηνία.

Στο νόμο, είτε από αβλεψία, είτε και από πρόθεση του συντάκτη του, δεν αναφέρεται αν η άδεια για την παρακολούθηση της σχολικής επιδόσεως των παιδιών είναι με αποδοχές ή όχι. Αυτό οδήγησε αρχικά στην ερμηνεία, —εκ του γεγονότος ότι η όλη φιλοσοφία του νόμου είναι η χορήγηση αδειών σε γονείς ή προστάτες οικογε­νείας, χωρίς αποδοχές— ότι και η άδεια αυτή είναι χωρίς αποδοχές. Τελικώς το ζήτημα έφθασε στην Τακτική Όλομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία με την 4/2000  απόφαση της, δέχθηκε ότι ή άδεια αυτή χορηγείται με αποδοχές. Την άδεια αυτή δικαιούνται, με αποδοχές, και οι απασχολούμενοι στα Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ καί τους ΟΤΑ που έχουν παιδιά ηλικίας μέχρι 16 ετών, τα όποια παρακο­λουθούν μαθήματα στοιχειώδους, μέσης γενικής ή τεχνικής εκπαιδεύσεως. Εδώ πρέπει να σημειωθεί και να προσεχθεί ότι τα ΠΔ 193/88, αναφέρει ρητώς ότι ή άδεια αυτή είναι με αποδοχές, σε αντίθεση με τα Ν. 1483/84 που, στο αντίστοιχο άρθρο του (9) δεν κάνει την παραμικρή μνεία για τα θέμα αυτό.

Ε. Άδειες και προστασία της μητρότητας

Οι εργαζόμενες γυναίκες που βρίσκονται σε κατάσταση εγκυμοσύνης, δικαι­ούνται να λάβουν άδεια μητρότητος, με την προσκόμιση Ιατρικού πιστοποιητικού που να βεβαιώνει την πιθανή ημερομηνία του τοκετού. Η συνολική άδεια μητρότητας έχει ορισθεί σε δέκα επτά εβδομάδες (άρθρο 7 της ΕΓΣΣΕ 02/03 που κυρώθηκε με το ν. 2874/00). Οκτώ εβδομάδες προβλέπεται να χορηγούνται υποχρεωτικά πριν από την πιθανή ημερομηνία του τοκετού και οι υπόλοιπες εννέα μετά τον τοκετό (άδεια λοχείας). Σε περίπτωση που ο τοκετός πραγματοποιηθεί σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που είχε αρχικά πιθανολογηθεί, το υπόλοιπο της αδείας θα χορηγηθεί υποχρεωτικά μετά τον τοκετό, ώστε να εξασφαλίζεται χρόνος συνολικής αδείας δέκα επτά εβδομάδων. Σύμφωνα με την παραγρ. 4 του άρθρου 3 της Διεθνούς Συμβάσεως 103/52 «Για την προστασία της μητρότητος», που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 1302/82, όταν ο τοκετός πραγματοποιηθεί σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν πού είχε αρχικά πιθανολογηθεί (και βάσει του οποίου είχε αρχικά χορηγηθεί η προ του τοκετού άδεια), η άδεια παρατείνεται μέχρι την πραγματική ημερομηνία του τοκετού, χωρίς η παράταση αυτή να συνεπάγεται την αντίστοιχη μείωση της αδείας πού η μισθωτός δικαιούται να λάβει μετά τον τοκετό. Στο διάστημα αυτό των 17 εβδομάδων, δεν συνυπολογίζεται και η ήμερα του τοκετού, η οποία αποτελεί αφετηρία προθεσμίας .

Η άδεια λοχείας οφείλεται και στη γυναίκα μισθωτό της οποίας το τέκνο γεννήθηκε νεκρό ή πέθανε μετά τον τοκετό και κατά τη διάρκεια της άδειας αυτής. Το διάστημα απουσίας της μισθωτού μετά τον τοκετό, όταν το παιδί γεννήθηκε νεκρό, λογίζεται ως ασθένεια (έγγρ. Υπ. Εργασίας 703/87). Η διακοπή της άδειας λοχείας δεν επιτρέπεται, διότι είναι αντίθετη προς το γράμμα, αλλά και προς την όλη οικονομία της 103/52 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 1302/82.

Η ανωτέρω άδεια δεν διασπά τη συνέχεια της εργασιακής σχέσεως, ούτε συμψηφίζεται με την κανονική άδεια, αλλά θεωρείται ως πραγματικός χρόνος απασχολήσεως και όχι ως χρόνος βραχείας διαρκείας ασθενείας.

Οι έγκυες εργαζόμενες απαλλάσσονται από την εργασία, χωρίς περικοπή αποδοχών, για  να  υποβληθούν σε εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου εφόσον οι εξετάσεις πρέπει να γίνουν κατά τη διάρκεια του χρόνου εργασίας (άρθρο 9, ΠΔ 176/97).

Η καταγγελία της σχέσεως εργασίας της μισθωτού από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και για το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη και σε περίπτωση απλής σχέσεως εργασίας λόγω ακυρότητας της συμβάσεως, εκτός αν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Ως προς την απαγόρευση της καταγ­γελίας της συμβάσεως, δεν έχει σημασία η γνώση από τον εργοδότη του περι­στατικού της εγκυμοσύνης, αφού κατά τον νόμο, αρκεί αντικειμενικώς το γεγονός της εγκυμοσύνης και δεν απαιτείται η γνώση της από τον εργοδότη κατά τον χρόνο της καταγγελίας. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη.

Στ . Άδεια θηλασμού και φροντίδας παιδιών

Οι εργαζόμενες μητέρες δικαιούνται για το θηλασμό και τις αυξημένες φροντίδες που απαιτούνται για την ανατροφή του παιδιού, επί χρονικό διάστημα δύο ετών από τον τοκετό, να διακόπτουν την εργασία τους για μία ώρα κάθε ήμερα, είτε να προσέρχονται αργότερα, είτε να αποχωρούν νωρίτερα κατά μία ώρα κάθε ήμερα. Ήδη με τη ΕΓΣΣΕ του έτους 2002 στο διάστημα αυτό προστίθενται 6 μήνες και ορίζεται ότι η άδεια αυτή αρχίζει με τη λήξη της άδειας τοκετού. Ύστερα από συμφωνία των μερών η μείωση του χρόνου εργασίας μπορεί να ορίζεται σε δύο ώρες επί ένα χρόνο μετά τον τοκετό (παραγρ. 1, άρθρου 9, ΕΓΣΣΕ της 9.6.93), και εν συνεχεία, σε 1 ώρα για 6 επί πλέον μήνες (αρθρ. 6 της ΕΓΣΣΕ – 2002). Ήδη, όμως η άδεια θηλασμού και φροντίδας παιδιών του άρθρου 9 της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. του έτους 1993, έχει ως αφετηρία τη λήξη της άδειας λοχείας, δηλαδή 9 εβδομάδες μετά τον τοκετό. (αρθρ. 8 της ΕΓΣΣΕ – 2004-05).

Το μειωμένο ωράριο «άδεια» θηλασμού και φροντίδας παιδιών του άρθρου 9 της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. του έτους 1993, δικαιούται ο/η εργαζόμενος/-η με αίτησή του/της να το ζητήσει εναλλακτικά ως συνεχόμενη ισόχρονη άδεια με αποδοχές, εντός της χρονικής περιόδου κατά την οποία δικαιούται μειωμένου ωραρίου για τη φροντίδα του παιδιού. Η εναλλακτική χορήγηση της άδειας προϋποθέτει συμφωνία του εργοδότη και χορηγείται εφάπαξ ή τμηματικά. (άρθρο 9 της ΕΓΣΣΕ 2004-05)

Το δικαίωμα καθυστερημένης προσέλευσης ή πρόωρης αποχώρησης της μητέρας και εναλλακτικά του πατέρα για τη φροντίδα του παιδιού, έχουν και οι θετοί γονείς παιδιού ηλικίας ως έξι (6) ετών, υπό τους ίδιους ως άνω όρους των φυσικών γονέων και χρονική αφετηρία την υιοθεσία. (αρθρ. 6 της ΕΓΣΣΕ – 2002 που κυρώθηκε με το ν. 3144/03).

Την άδεια φροντίδας παιδιού δικαιούνται και οι άγαμοι γονείς. (αρθρ. 6 της ΕΓΣΣΕ – 2002 που κυρώθηκε με το ν. 3144/03)).

Η διάταξη αυτή δεν τάσσει ως προϋπόθεση ότι η γυναίκα θηλάζει πράγματι, με φυσικά θηλασμό το παιδί της. (ΑΠ 14/92, ΔΕΝ 48.541).

Την άδεια απουσίας για λόγους φροντίδας του παιδιού μπορεί εναλλακτικά να ζητήσει ο άνδρας,εφόσον δεν κάνει χρήση αυτής η μισθωτός μητέρα. Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει ο άνδρας να προσκομίσει στην επιχείρηση όπου απασχολείται βεβαίωση από τον εργοδότη της συζύγου του ότι η ίδια δεν λαμβάνει την άδεια θηλασμού και φροντίδας παιδιών(άρθρο 6 της ΕΓΣΣΕ 2002 που κυρώθηκε και απόκτησε ισχύ νόμου με το άρθρο 7 του Ν.3144/2003)

Πάντως η απασχόληση της μητέρας κατά πλήρες ωράριο, έστω και με καταβολή πρόσθετης αμοιβής για την πρόσθετη, πέραν του μειωμένου ωραρίου, εργασία της, δεν είναι νόμιμη (έγγρ. Υπ. Εργασίας 513/86)

Η παραίτηση της ή του μισθωτού από το ως άνω δικαίωμα είναι άκυρη. Αν ο εργοδότης απαγορεύσει στην ή στον μισθωτό να πραγματοποιήσει την άδεια, ο τελευταίος δικαιούται να μην υπακούσει στην παράνομη διαταγή, καί να απουσιάσει νομίμως.

Το μειωμένο ωράριο για τη φροντίδα του παιδιού θεωρείται και αμείβεται ως χρόνος  εργασίας.(άρθο 9. ΕΓΣΣΕ της 9.6.93 που κυρώθηκε με το ν. 3144/03).

Ζ. Άδεια απουσίας για ασθένεια εξαρτωμένων μελών

Οι εργαζόμενοι αμφοτέρων των φύλων που απασχολούνται με σχέση εργασίας
ιδιωτικού δικαίου σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις και έχουν πλήρη απασχόληση, σε περίπτωση ασθενείας παιδιών ή άλλων μελών της οικογενείας τους, όπως αυτά έχουν περιγραφεί στην παράγραφο Β ως εξαρτώμενα μέλη, δικαιούνται να λαμβάνουν, με αίτησή τους, άδεια χωρίς αποδοχές από τον εργοδότη τους, που
δεν θα είναι μεγαλύτερη από έξι εργάσιμες ήμερες κάθε ημερολογιακό έτος. Η άδεια αυτή είναι δυνατόν να χορηγείται εφ’ άπαξ ή τμηματικά και αυξάνεται σε οκτώ
εργάσιμες ήμερες, εάν ο μισθωτός προστατεύει περισσότερα από δύο άτομα. Σε
περίπτωση που οι δικαιούχοι είναι σύζυγοι, η άδεια αυτή χορηγείται στον καθένα
από αυτούς χωριστά (άρθρο 7, Ν. 1483/84, σε συνδυασμό με το άρθρο 11 της ΕΓΣΣΕ
της 23.5.2000,).
Για τους μισθωτούς (άντρες ή γυναίκες), που έχουν
τρία παιδιά και πάνω, η ανωτέρω άδεια έχει καθορισθεί σε δώδεκα εργάσιμες ήμερες.
(άρθρο 11, ΕΓΣΣΕ της 23.5.2000)

Ο χρόνος της άδειας αυτής, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για τον υπολογισμό των αποδοχών τους, για τη χορήγηση της κανονικής άδειας απουσίας και του επιδόματος αδείας, καθώς και για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως σε περίπτωση απολύσεως τους, (άρθρο 13, Ν. 1483/84), ενώ δεν μπορεί να αναγνωρι­σθεί στην ασφάλιση του ΙΚΑ, αφού δεν προβλέπεται από τη διάταξη του νόμου, αλλά ούτε και από τις γενικές διατάξεις της νομοθεσίας του ΙΚΑ (Έγκ. ΙΚΑ 20/24.1.85, ΔΕΝ 41.347).

Η. Μειωμένο ωράριο γονέων με ανάπηρα παιδιά

Οι γονείς που εργάζονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση που απασχολεί τουλάχιστον πενήντα άτομα και έχουν παιδιά με πνευματική, ψυχική ή σωματική αναπηρία, μπορούν να ζητήσουν να μειωθεί το ωράριο εργασίας τους κατά μία ώρα την ήμερα, με ανάλογη περικοπή των αποδοχών τους. Η πνευματική, ψυχική ή σωματική αναπηρία του παιδιού καθώς και ο καταλληλότερος για τη φροντίδα του παιδιού γονέας, ορίζεται με πρόσφατη Ιατρική γνωμάτευση νοσηλευτικού Ιδρύματος (νομικού προσώπου δημοσίου ή Ιδιωτικού δικαίου πού εποπτεύεται από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας), η οποία θεωρείται από τη διευθυντή Ιατρό της σχετικής κλινικής του Ιδρύματος ή γνωμάτευση Ιατρού του ασφαλιστικού φορέα στον όποιο υπάγονται τα πρόσωπα αυτά (άρθρο 8 σε συνδυασμό με την παραγρ. 1 του άρθρου 3 του ΑΝ 1483/84).

Οι μισθωτοί, που από την πρόσληψη τους ή μεταγενέστερα έχουν κάνει συμφωνία, γραπτή ή προφορική, με τον εργοδότη τους, να απασχολούνται για λόγους οικογενειακών υποχρεώσεων με μειωμένο ωράριο, έχουν δικαίωμα να αναλάβουν εργασία ή να επανέλθουν με αίτηση τους, σε απασχόληση με πλήρες ωράριο, εάν υπάρχει κενή θέση, ανεξάρτητα εάν εξακολουθούν οι περιστάσεις που τους ανάγκασαν να εργάζονται με μειωμένο ωράριο (άρθρο 10, Ν. 1483/84).

Θ. Νέες άδειες κατά την ΕΓΣΣΕ του έτους 2002 & 2004

Επί πλέον των ανωτέρω αδειών, με τα άρθρα 7, 8, 9 ΕΓΣΣΕ 2002 και 11 ΕΓΣΣΕ 04/05, προβλέπονται οι εξής άδειες:

1) Άδεια στις μονογονεϊκές οικογένειες(αρθρ. 7), δηλαδή όταν εργαζόμενος χηρέψει καθώς και στον άγαμο γονέα που έχει την επιμέλεια του παιδιού. Η άδεια είναι 6 ήμερων με αποδοχές, όταν δε υπάρχουν τρία ή περισσότερα παιδιά, 8 ημερών. Χορηγείται για παιδιά μέχρι δώδεκα ετών, εφ’ άπαξ ή τμηματικά, μετά από συνεννόηση με τον εργοδότη σύμφωνα με τις ανάγκες του γονέα. Ως «άγαμος γονέας» θεωρείται πάντοτε μεν ή άγαμη μητέρα, ενώ ο πατέρας μόνο όταν ανεγνώρισε νομίμως τα τέκνο.

2) Άδεια για μεταγγίσεις αίματος και για αιμοκάθαρση(αρθρ. 8). Έχει διάρκεια μέχρι 22 εργασίμων ημερών κατ’ έτος. Χορηγείται επί πλέον της κανονικής αδείας και είναι άδεια με αποδοχές.

3) Άδεια λόγω θανάτου συγγενούς(αρθρ. 9). Έχει διάρκεια δύο ήμερων και χορηγείται σε περίπτωση θανάτου συζύγου, τέκνων, γονέων και αδελφών. Είναι άδεια με αποδοχές.

4) Άδεια ασθενούς AIDS ικανού προς εργασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 11 της ΕΓΣΣΕ 04/05 ο εργαζόμενος ασθενής AIDS με υπηρεσίας 4 ετών στον ίδιο εργοδότη δικαιούται 1 μήνα επιπλέον άδεια το έτος με αποδοχές.

***************************************************************

Σχετικά με το ερώτημα τι γίνεται στην περίπτωση της άδειας φροντίδας του πατέρα γονέα, όταν η μητέρα είναι ελεύθερη επαγγελματίας και συνεπώς αδυνατεί να προσκομίσει την απαιτούμενη βεβαίωση εργοδότη ότι δεν λαμβάνει την άδεια φροντίδας αυτή, παρατηρούμε τα εξής:

1.01 Σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις του νόμου το δικαίωμα αδείας για φροντίδα του παιδιού απονέμεται στις εργαζόμενες μητέρες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σχέση έμμισθης εντολής σε επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις, με συνέπεια αυτές να δικαιούνται επί χρονικό διάστημα δύο ετών από τον τοκετό να διακόπτουν την εργασία τους για μία ώρα κάθε ήμερα, είτε να προσέρχονται αργότερα, είτε να αποχωρούν νωρίτερα κατά μία ώρα κάθε ήμερα.

1.02 Την άδεια απουσίας για λόγους φροντίδας του παιδιού μπορεί εναλλακτικά να ζητήσει ο άνδρας,εφόσον δεν κάνει χρήση αυτής η μισθωτός μητέρα. Συνεπώς προϋπόθεση της εναλλακτικής άσκησης από τον άνδρα αυτού του δικαιώματος που απονέμεται στις μητέρες είναι η συνδρομή αυτού του δικαιώματος αρχικά στο πρόσωπο της μητέρας, η οποία για οποιοδήποτε λόγο δεν το ασκεί. Ο νόμος όμως δεν χορηγεί τέτοιο δικαίωμα στις μητέρες που είναι ελεύθεροι επαγγελματίες, αλλά μόνο στις μητέρες που απασχολούνται με σχέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σχέση έμμισθης εντολής σε επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις. Επομένως, ο σύζυγος εργαζόμενος με σχέση εξηρτημένης εργασίας δεν μπορεί να κάνει χρήση της άδειας αυτής για λογαριασμό μητέρας ελεύθερης επαγγελματία, γιατί αυτό το δικαίωμα δεν χορηγείται αρχικά στη μητέρα ελεύθερη επαγγελματία, ώστε εν συνεχεία να δικαιούται να το ασκήσει αντ’αυτής ο σύζυγος πατέρας.

2.01 Σύμφωνα με το άρθρο άρθρο 16  του ν. 1483/1984 «ρυθμίσεις ευνοϊκότερες περιεχόμενες σε συμφωνίες εργαζομένων-εργοδοτών υπερισχύουν» των ρυθμίσεων του νόμου αυτού. Συνεπώς μπορεί να συμφωνηθεί στην επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας ότι την άδεια αυτή μπορεί να την ασκεί και ο σύζυγος μητέρας που είναι ελεύθερη επαγγελματίας. Αυτό ή και άλλες ευνοϊκότερες ρυθμίσεις σχετικά με τις ανωτέρω αναφερόμενες άδειες μπορούν να αποτελέσουν για εσάς αιτήματα των επόμενων συλλογικών συμβάσεων.

Με Φιλικούς Χαιρετισμούς και στη διάθεσή σας για περαιτέρω διευκρινήσεις,

ΟΠΑΜ


 

Δημοσιεύθηκε στην Διάφορα, Νομοθεσία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Τα σχόλια είναι κλειστά.